"Φωτογραφικό Ταξίδι"

Ελληνική Λέσχη Φωτογραφίας

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ο Κωνσταντίνος Μάνος γεννήθηκε στην πόλη Κολούμπια της Νότιας Καρολίνας των Η.Π.Α. από έλληνες γονείς. Με τη φωτογραφία ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά στα δεκατρία του χρόνια, ως μέλος της φωτογραφικής λέσχης του σχολείου του. Στο πανεπιστήμιο ανακάλυψε τον Henri Cartier-Bresson και το έργο του. Έχοντας βρει τον μέντορά του, απέκτησε αμέσως την πρώτη του μηχανή Leica με την οποία πραγματοποίησε τις πρώτες του λήψεις σ’ ένα μικρό νησί απέναντι από τα παράλια της Νότιας Καρολίνας, όπου κατοικούν απόγονοι σκλάβων που εργάζονταν σε φυτείες. Σε ηλικία μόλις δεκαεννέα ετών προσλήφθηκε ως επίσημος φωτογράφος της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστόνης για το καλοκαιρινό της φεστιβάλ. Η συνεργασία του αυτή οδήγησε το 1961 στην έκδοση του πρώτου του βιβλίου με τίτλο Portrait of Α Symphony που περιλαμβάνει στιγμιότυπα από πρόβες και παραστάσεις της ορχήστρας στο ωδείο της πόλης.

Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο της Νότιας Καρολίνας το 1954 με πτυχίο στην αγγλική λογοτεχνία και για τα επόμενα δύο χρόνια υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό. Μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη και εργάστηκε ως επαγγελματίας φωτογράφος για τα περιοδικά Esquire, Life και Look. Από το 1961 έως το 1963 ο Μάνος έζησε στην Ελλάδα όπου και φωτογράφησε για το λεύκωμα A Greek Portfolio το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1972. Το βιβλίο απέσπασε διακρίσεις στο φωτογραφικό φεστιβάλ της Arles και στο φεστιβάλ βιβλίου της Λειψίας. Το 1999 το επανεκδόθηκε με αφορμή την έκθεση των φωτογραφιών του στο Μουσείο Μπενάκη. Εικόνες από τη σειρά αυτή έχουν παρουσιαστεί εκτός των άλλων στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγου και στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού.

Το 1961, και σε ηλικία 27 ετών, εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο «Portrait of A Symphony», με θέμα και  εικόνες από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης.  Στα τέλη του ίδιου έτους ταξιδεύει για πρώτη φορά ως νεαρός φωτογράφος στον τόπο καταγωγής του, την Ελλάδα, με την δίψα να γνωρίσει τον τόπο που είχε ακούσει μόνον από τις ιστορίες της οικογένειάς του για τη ζωή «στο χωριό».  Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει: «Όταν ήλθα στην Ελλάδα δεν γνώριζα τι θα φωτογραφήσω. Φανταζόμουν τοπία με παπαρούνες και ψαρόβαρκες και χρειάστηκε να μείνω λίγους μήνες για να ανακαλύψω το γνήσιο ελληνικό χωριό. Άρχισα να συγκεντρώνω αργά-αργά τις φωτογραφίες και να τις εμφανίζω σε ένα μικρό εμφανιστήριο στο διαμέρισμά μου στην Αθήνα.  Ήταν για μένα μια πολύ ρομαντική εποχή κι οι άνθρωποι τόσο ευγενικοί και γενναιόδωροι. Πάντοτε έβρισκα μέρος για να μείνω και φαγητό κι όταν έφτανα στην πλατεία κι έμπαινα στο καφενείο με προσκαλούσαν να καθίσω μαζί τους και με κερνούσαν καφέ».

Αρχικά, σχεδιάζει να περάσει δύο μήνες, με σκοπό να μαζέψει υλικό για την έκδοση βιβλίου. Τελικά, παραμένει τρία ολόκληρα χρόνια, κρατώντας ένα μικρό διαμέρισμα στην Αθήνα και ταξιδεύοντας στην ύπαιθρο σε αναζήτηση φωτογραφιών. Καρπός της παραμονής του αυτής ήταν το λεύκωμα/βιβλίο «A Greek Portfolio», που δημοσιεύτηκε/εκδόθηκε το 1972, που προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στους Ελληνοαμερικανούς επισκέπτες. Πρόκειται για μια σειρά ασπρόμαυρων φωτογραφιών της Ελλάδας του ʼ60, όπου αποτυπώνονται τοπία, πρόσωπα και σκηνές απλών ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου:

«Υπάρχει μια θλίψη στις φωτογραφίες αυτές που τράβηξα το 1961-63, τότε που η Ελλάδα ακόμη υπέφερε από τις επιπτώσεις του Βʼ Παγκοσμίου Πολέμου και του εμφυλίου. Ιδιαίτερα υπέφεραν τα μέρη που επισκέφθηκα, αφού ήταν κυρίως απομονωμένα χωριά. Κι ο κανόνας που ακολουθούσα ήταν να φωτογραφίζω σε μέρη που δεν διέθεταν ηλεκτρικό ρεύμα». Ο Κωνσταντίνος Μάνος μας επισημαίνει την απουσία από τις φωτογραφίες αυτές του ήλιου: «Ήμουν ένας πολύ σοβαρός νεαρός τότε και ήθελα οι φωτογραφίες να είναι πολύ σοβαρές και να αποτυπώνουν το βάθος και τη σοβαρότητα αυτών των ανθρώπων»

Το βιβλίο κερδίζει διακρίσεις στην Arles και στο Φεστιβάλ Βιβλίου της Λειψίας (Leipzig Book Fair). Το 1963, ο Κωνσταντίνος Μάνος γίνεται μέλος του πρακτορείου Μagnum Photos.

Ο Μάνος μιλά ασταμάτητα και με νοσταλγία για την εμπειρία του, ως νέος Ελληνοαμερικανός από τη Νότια Καρολίνα, στην Ελλάδα. Για τα παιδιά που τον ενθάρρυναν να μιλά ελληνικά και για τη μέρα που μόνος του στον Όλυμπο της Καρπάθου έλαβε τα καλά νέα, πως τον προσλάμβανε το πρακτορείο Magnum, κι αυτός δεν είχε κάποιον να τα μοιραστεί μαζί του. Αυτή ήταν η εποχή που αναπτύχθηκαν τόσο στενά οι δεσμοί του με την Ελλάδα και τις ελληνικές ρίζες του. Γιατί όπως λέγει γελώντας, στην Αμερική αισθάνεται 51% Αμερικανός και 49% Έλληνας, ενώ όταν βρίσκεται στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο. Την περίοδο εκείνη και τα σκληραγωγημένα και τίμια πρόσωπα των απλών ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου, ο Κωνσταντίνος Μάνος τα αναπολεί μέχρι σήμερα: «Άλλαξαν, χάθηκαν για πάντα και δεν πρόκειται να τα ξαναβρώ ποτέ. Δυστυχώς η Ελλάδα και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου παγκοσμιοποιήθηκαν. Σίγουρα οι άνθρωποι ήθελαν ψυγείο και τηλεόραση, όμως σήμερα, στο καφενείο αντί για τάβλι βλέπεις τηλεόραση. Άλλαξαν οι άνθρωποι, βελτιώθηκε το επίπεδο ζωής, όμως χάθηκε η ποίηση. Γιατί υπήρχε μία ποίηση στην ποιότητα ζωής εκείνης της εποχής. Διαθέτω τα αρνητικά κι ελπίζω να αφήσω το αρχείο μου στο Μουσείο Μπενάκη, ένα υπέροχο ίδρυμα, το οποίο θα είναι ο τελικός προορισμός του Ελληνικού μου Χαρτοφυλάκιου».

Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ εγκαταστάθηκε στη Βοστόνη και συνεργάστηκε με τις εκδόσεις Time-Life συμβάλλοντας μάλιστα στην εικονογράφηση του βιβλίου τους για την Αθήνα. Το 1974, εργάστηκε ως κύριος φωτογράφος του Where’s Boston?, μιας παραγωγής πολυμέσων με θέμα τη ζωή της πόλης 200 χρόνια μετά την Αμερικανική Ανεξαρτησία. Με το πρόγραμμα αυτό συνδέθηκε τόσο η έκδοση του βιβλίου του Bostonians όσο και μια υπαίθρια έκθεση με 152 ασπρόμαυρες φωτογραφίες στις οποίες αποτυπώνεται η ποικιλομορφία των κατοίκων της πόλης.

Από το 1963 ο Μάνος είναι μέλος του διεθνούς πρακτορείου Magnum Photos. Φωτογραφίες του συμπεριλαμβάνονται στις μόνιμες συλλογές σημαντικών ιδρυμάτων όπως του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, του Μουσείου Καλών Τεχνών της Βοστόνης, του Ινστιτούτου Τέχνης του Σικάγου, του Μουσείου Καλών Τεχνών του Χιούστον, της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού, του Μουσείου Τέχνης Chrysler στο Νόρφολκ, του George Eastman House στο Ρότσεστερ, του Μουσείου Τέχνης της Ατλάντα καθώς και του Μουσείου Μπενάκη.

Το 1982 ο Μάνος πέρασε από την ασπρόμαυρη φωτογραφία στην έγχρωμη. Τα πρώτα δείγματα από το εν εξελίξει έργο του American Color δημοσιεύτηκαν στο ομότιτλο βιβλίο το 1995. Το 2000 δημοσιεύτηκε η συνέχεια αυτής της δουλείας με τον τίτλο American Color 2. To 2003 απέσπασε το βραβείο Leica Medal of Excellence ανάμεσα σε 250 συναδέλφους για την έγχρωμη δουλειά του.

Ο φωτογράφος Κωνσταντίνος Μάνος, μέσα από τη συλλογή του που παρουσιάζεται στο βιβλίο με τίτλο “American Color” παρουσιάζει 80 φωτογραφίες οι οποίες αποτυπώθηκαν στο 1/250 του δευτερολέπτου. Αναφερόμενος σε αυτή τη μοναδική έμπνευσή του, τη χαρακτηρίζει με τα ακόλουθα λόγια: «Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη σκέψη εκείνης της στιγμής- αυτό το 1/250 του δευτερολέπτου, του λεπτού, της ώρας, της ημέρας, του χρόνου που πλέον έχει περάσει και δε θα επιστρέψει, αυτή ακριβώς τη στιγμή που τράβηξες αυτή την εικόνα που ποτέ ξανά δε θα είναι η ίδια”.

Ακολουθεί συνέντευξη του στο ελculture.gr που δώθηκε φέτος τον Μάϊο.

«Ένας φωτογράφος πρέπει να μας δείξει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί και που δε θα ξαναδούμε, ακριβώς λόγω του τρόπου που εκείνος βλέπει»

Ο Κωνσταντίνος Μάνος είναι ένας από τους πιο διάσημους φωτογράφους του κόσμου. Ο ίδιος τη δουλειά του τη διαχωρίζει σε δύο ενότητες: εκείνη που του εξασφάλισε τα προς το ζην, τη δουλειά που έχει κάνει για έντυπα όπως το Esquire και το Life, και την καλλιτεχνική, εκείνη που έκανε όταν μπορούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο προκειμένου να ταξιδέψει, κυρίως στην Αμερική, και να αιχμαλωτίσει στα κάδρα του καθημερινές σκηνές ανθρώπινων δραστηριοτήτων, που όμως λόγω της ιδιαίτερης οπτικής γωνίας του καλλιτέχνη δημιουργούν στο θεατή μια αίσθηση ανησυχίας, προβάλλουν με υπαινικτικό τρόπο την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης που άλλες φορές μπορεί να είναι αξιαγάπητη και άλλες να προβληματίζει. Ένας άλλος διαχωρισμός που υπάρχει στη δουλειά του Μάνου είναι το θέμα του φιλμ. Μέχρι το 1982 ήταν αποκλειστικά ασπρόμαυρο. Στη συνέχεια, μόνο έγχρωμο. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου, οι Αθηναίοι θα έχουν τη δυνατότητα να δουν δείγμα και από τις δύο ενότητες. Το Μουσείο Μπενάκη παρουσιάζει τη σειρά «A Greek portfolio, 50 χρόνια μετά», η οποία έχει αποτυπώσει την Ελλάδα των αρχών του ’60, μια Ελλάδα αγροτική που δεν υπάρχει πια, και ο χώρος Athens House of Photography παρουσιάζει παράλληλα την έκθεση «American Color», η οποία περιλαμβάνει έγχρωμες φωτογραφίες από πανηγύρια, εκθέσεις, παρελάσεις και δημόσιες συγκεντρώσεις στις ΗΠΑ. Με την ευκαιρία των δύο εκθέσεων συναντήσαμε τον Κωνσταντίνο Μάνο, ο οποίος μας μίλησε για τη δουλειά του.

ελculture: Μέχρι το 1982 οι φωτογραφίες που βγάζατε ήταν σε ασπρόμαυρο φιλμ, αλλά από τότε και μετά υιοθετήσατε το έγχρωμο φιλμ. Γιατί χρησιμοποιούσατε το ασπρόμαυρο φιλμ τόσο καιρό και ποιος είναι ο λόγος που αλλάξατε τελικά;
Κωνσταντίνος Μάνος: Φωτογράφιζα σε ασπρόμαυρο φόντο για όλη μου τη ζωή. Την αγαπούσα την ασπρόμαυρη φωτογραφία και επεξεργαζόμουν όλα τα φιλμ μόνος μου, όλη την προσωπική -όχι την επαγγελματική- δουλειά μου και έκανα τις δικές μου εκτυπώσεις. Μετά όμως άρχισα ένα μεγάλο και υπέροχο πρότζεκτ, το οποίο και τελείωσα στη Βοστώνη. Έξι μήνες φωτογραφήσεων και 500 ρολά φιλμ για ένα μεγάλο event στη Βοστώνη. Μετά πέρασα κρίση μέσης ηλικίας, είχα βαρεθεί τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, δεν είχα καθόλου ενθουσιασμό και είχα χάσει την έμπνευσή μου. Οπότε σκέφτηκα, εντάξει, θα επιβιώσω, είμαι ένας καταξιωμένος επαγγελματίας. Όμως, μια μέρα πήρα την κάμερά μου και πήγα στο πάρκο, ήταν ένα καλοκαιρινό απόγευμα και έβγαλα κάποιες φωτογραφίες με έγχρωμο φιλμ. Είχα αυτήν τη σκέψη, ότι ήθελα να ασχοληθώ με το χρώμα, γιατί κάποιες από τις τελευταίες ασπρόμαυρες φωτογραφίες μου αισθανόμουν ότι ήθελαν χρώμα. Αυτές οι φωτογραφίες έπρεπε να είναι έγχρωμες. Έτσι, λοιπόν, σιγά σιγά ξεκίνησα να βγάζω έγχρωμες φωτογραφίες, να δημιουργώ την αφήγηση ενός είδους Americana, μέρη όπου μαζεύονται οι Αμερικάνοι όπως το Coney Island και η Φλόριντα, σε παραλίες, εκδηλώσεις, παρελάσεις και εκθέσεις. Μερικές φωτογραφίες ήταν πολύ περίεργες. Μου πήρε πολύ καιρό να το ολοκληρώσω, επειδή δούλευα σε αυτό το πρότζεκτ όταν είχα ελεύθερο χρόνο από τις υποχρεώσεις μου για την εμπορική μου δουλειά, ένα Σαββατοκύριακο από δω, ένα Σαββατοκύριακο από κει. Οπότε πήρε χρόνια.

ελc: Ποια είναι η διαφορά στην ποιότητα ανάμεσα στις ασπρόμαυρες και τις έγχρωμες φωτογραφίες;
Κ.Μ.: Η ασπρόμαυρη είναι περισσότερο ένα ντοκουμέντο, ενώ η έγχρωμη είναι πιο αφηρημένη. Στην έγχρωμη δεν υπάρχουν τόσα πολλά πρόσωπα, η δουλειά δεν έχει τόσο ως επίκεντρο τον άνθρωπο. Ασχολείσαι περισσότερο με τη φωτογραφία και το φως. Ξεκίνησα να χρησιμοποιώ πλάτες ανθρώπων και σκιές.

ελc: Υπάρχουν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας…
Κ.Μ.: Πάντα υπάρχει κάποια ανθρώπινη παρουσία, έστω και μία σκιά. Υπάρχει πάντα μία στιγμή… Στην εισαγωγή στο American Color λέω ότι υπάρχουν δύο σημαντικά πράγματα που θέλω να υπάρχουν στις εικόνες μου: Η πειστικότητα, να σε κάνουν να πιστεύεις πως αυτό που βλέπεις είναι αληθινό, ότι έχει όντως συμβεί, δεν υπάρχει ποτέ ψηφιακή επεξεργασία και το δεύτερο είναι η στιγμή, το τι συνέβη μέσα σε δύο πεντηκοστά του δευτερολέπτου της ώρας της μέρας του χρόνου. Δεν έγινε ποτέ πριν και δε θα γίνει ποτέ ξανά. Οπότε υπήρξε κάποια μαγεία εκεί πέρα. Ήταν η συγκεκριμένη στιγμή. Τράβηξα πολλά φιλμ κατά τη διάρκεια των ετών και τελικά το πρότζεκτ ολοκληρώθηκε. Έχω τέσσερα μεγάλα κουτιά γεμάτα σλάιντς. Είναι ένα τεράστιο αρχείο, αλλά δεν πρόκειται για ντοκουμέντα, είναι μόνο ένα προσωπικό σχόλιο για το πως έβλεπα την Αμερική. Όταν ξεκινούσα τη δουλειά αυτή, διάβασα μια φράση του Arthur Rimbaud που έλεγε πως «σε όλα τα όμορφα πράγματα υπάρχει κάτι το περίεργο». Τώρα όμως τελείωσα με το χρώμα. Όχι άλλο χρώμα. Θέλω να ξανακάνω κάτι ασπρόμαυρο, στο οποίο θα δείτε πάλι πρόσωπα, καταστάσεις.

ελc: Ενδιαφέρεστε για τους φτωχούς ανθρώπους και τις μειονότητες; Είναι ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς σας;
Κ.Μ.: Στις ΗΠΑ φωτογράφιζα φτωχούς μαύρους…

ελc: Οι Έλληνες ήταν επίσης πολύ φτωχοί την περίοδο που κάνατε το ελληνικό πορτοφόλιο σας το 1961…
Κ.Μ.: Ήταν πολύ φτωχοί και εγώ δούλεψα σε χωριά που δεν είχαν καθόλου ρεύμα. Ο κανόνας ήταν ότι έψαχνα να βρω τον πιο υποτυπώδη τρόπο ζωής. Δεν υπήρχαν ψυγεία, τηλεοράσεις, ούτε καν ραδιόφωνα. Ήταν φτωχοί, αλλά υπήρχε αρκετό φαγητό, είχαν στέγη και ρούχα και ήταν περήφανοι. Δεν ήταν καταπιεσμένοι. Είχαν τη ζωή τους, ήταν πολύ ανεξάρτητοι και παρήγαγαν όλα αυτά που χρειάζονταν. Ήταν πολύ φιλόξενοι. Στην Αμερική δούλεψα πολύ με φτωχούς ανθρώπους. Ακόμα και στο American Color πήγα σε μέρη που θα πήγαινε η εργατική τάξη, οι καθημερινοί άνθρωποι. Δεν πήγα ποτέ σε μέρη που πήγαιναν οι πλούσιοι. Έψαχνα την πρώτη ύλη, ακατέργαστο υλικό για να φτιάξω μια εικόνα made in America, αλλά δεν προσπαθούσα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για την Αμερική. Χρησιμοποιούσα αυτά τα μέρη, το χρώμα, τη στιγμή και το φως για να φτιάξω μια πιο σουρεαλιστική εικόνα, πιο περίπλοκη. Υπάρχουν δύο είδη φωτογραφιών: Εκείνες που τις κοιτάς και δεν τις ξανακοιτάς, όπως με τις περισσότερες φωτογραφίες στις εφημερίδες, είναι η φύση τους. Είναι εφήμερες. Οι φωτογραφίες όμως που μπορείς να τις κρεμάσεις στον τοίχο ή που μπορούν να χαραχτούν στη μνήμη σου επειδή είναι πιο περίπλοκες και γεννούν ερωτήματα δεν είναι τόσο πολλές.

ελc: Από ποια οπτική βλέπετε τον άνθρωπο; Σας φαίνεται παράξενος; Τον συμπαθείτε;
Κ.Μ.: Τα ανθρώπινα όντα τα βρίσκω ενδιαφέροντα. Βρίσκω τη σχέση μεταξύ τους ενδιαφέρουσα. Επίσης, τραβά την προσοχή μου ό,τι συμβαίνει σε ένα μέρος, σε συνδυασμό με το φως, το χρώμα και τη διάθεση. Βρίσκω ακόμα και το πιο αμόρφωτο ανθρώπινο ον σαν σώμα και πλαίσιο ενδιαφέρον και μου αρέσει να το χρησιμοποιώ σε σχέση με το περιβάλλον. Η δουλειά μου προσπαθεί να ξεπεράσει τα όρια της τεκμηρίωσης. Κάνω μια τεκμηρίωση προσωπικού είδους, αν χρειάζεται ένας τίτλος.

ελc: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είστε ένας καλλιτέχνης…
Κ.Μ.: Δε μου άρεσαν ποτέ οι άνθρωποι που δίνουν στον εαυτό τους αυτόν τον τίτλο. Είμαι ένας φωτογράφος. Αν γίνω καλλιτέχνης, αυτό θα συμβεί επειδή με σέβονται και έχω κάνει εκθέσεις. Το θεωρώ αλαζονικό κάποιος να αποκαλεί τον εαυτό του καλλιτέχνη. Είναι ένας τιμητικός τίτλος.

ελc: Πώς ξέρετε πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να πατήσετε το κουμπί για να βγάλετε μια φωτογραφία;
Κ.Μ.: Είναι η στιγμή της απόφασης. Κάθε πλαίσιο είναι σαν σκηνικό θεάτρου. Από την απόσταση που βλέπεις μια κατάσταση που προκύπτει. Υπάρχει ένα ενδεχόμενο να συμβεί. Και βλέπεις το σκηνικό και θέλεις να είσαι μέσα στο κάδρο. Οπότε μετά κάνεις ότι φωτογραφίζεις την εκκλησία, το δρόμο, τα αμάξια και δεν κοιτάζεις στα μάτια τους ανθρώπους που θέλεις να φωτογραφίσεις, εσύ απλά κλικάρεις, κλικάρεις και τελείωσε. Εγώ φωτογραφίζω ανθρώπους χωρίς να το γνωρίζουν. Δεν τους μιλάω ποτέ, δεν ξέρουν ποτέ τι κάνω, δεν ξέρουν ότι παίρνω δική τους φωτογραφία. Και ποτέ δεν αλλάζω τα περιθώρια στις φωτογραφίες. Ακόμα και στο Greek Portfolio ήμουν εκεί, ήξεραν ότι ήμουν εκεί, αλλά δεν ήξεραν πότε φωτογράφιζα. Περιμένω να κάνουν ό,τι κάνουν και μετά φωτογραφίζω. Και πάντα χρησιμοποιώ ευρυγώνιους φακούς και είμαι πολύ κοντά τους.

ελc: Ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που πρέπει να ξέρει ένας νέος φωτογράφος;
Κ.Μ.: Πιστεύω ότι ένας νέος φωτογράφος πρέπει να σκεφτεί το θέμα με το οποίο θα ασχοληθεί, πώς θα είναι οι φωτογραφίες του, τι φως θέλει να έχουν. Αν θα χρησιμοποιήσει έγχρωμο ή ασπρόμαυρο φιλμ. Και πρέπει να εστιάσει στο να είναι η άποψή του συγκεκριμένη και ξεκάθαρη, μια προσωπική άποψη, όχι γενικότητες. Υπάρχουν γενικότητες και λεπτομέρειες. Έχουμε δει στο παρελθόν τις γενικότητες. Ο καθένας έχει δει πώς είναι όλα. Οι ζούγκλες, ο ουρανός, το φεγγάρι, πώς μοιάζουν. Ένας φωτογράφος πρέπει να μας δείξει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί και που δε θα ξαναδούμε ακριβώς λόγω του τρόπου που εκείνος βλέπει. Και του τρόπου που επιλέγει. Αυτό είναι το επίκτητο προσόν ενός καλού φωτογράφου. Βλέπεις κάτι που κανένας άλλος δεν έχει δει.

ελc: Επισκεφθήκατε την Art-Athina; Ποια είναι η γνώμη σας για την ελληνική τέχνη;
Κ.Μ.: Εντυπωσιάστηκα πολύ. Βρήκα πολύ σοφιστικέ τέχνη εκεί. Βρήκα περισσότερα από όσα περίμενα. Αλλά εξεπλάγην με το πόσο λίγες φωτογραφίες υπήρχαν. Και όχι πολύ καλές φωτογραφίες.

ελc: Πώς σας φαίνεται η Ελλάδα 50 χρόνια μετά την πρώτη σας επίσκεψη;
Κ.Μ.: Ξέρω όλα τα προβλήματα με την οικονομία, αλλά βρίσκω τους Έλληνες πολύ εξελιγμένους, ενδιαφέρονται για τη σύγχρονη τέχνη, αυτό που κάνουν τώρα είναι να επηρεάζονται από τον υπόλοιπο κόσμο. Ελπίζω να μη χάσουν την ελληνικότητά τους. Να μην γίνουν γενικοί, κλισέ Ευρωπαίοι, γιατί η Ελλάδα έχει να προσφέρει περισσότερα από αυτήν την παγκόσμια ταυτότητα. Ξέρω ότι οι Ευρωπαίοι μας έχουν εκφοβίσει, δεν κατασκευάζουμε ωραία αμάξια, δεν έχουμε υψηλή ραπτική, αλλά έχουμε έναν υπέροχο πολιτισμό που είναι μοναδικός, ειδικά στη λαϊκή μουσική, τουλάχιστον η Ελλάδα που εγώ ξέρω. Η παραδοσιακή μουσική από τη Θράκη, η οποία διαφέρει από τη μουσική στα νησιά ή τη Θεσσαλία, τα ρεμπέτικα. Ακόμα και οι Έλληνες ζωγράφοι είναι Έλληνες, δεν είναι διεθνείς, σαν τον Τσαρούχη και τον Φασιανό. Προτιμώ την τέχνη που προέρχεται από τις ρίζες μας, από τη γη μας, παρά να πνίγεται από μια γενική ευρωπαϊκή ρίζα.

ελc: Θα φωτογραφίσετε ξανά την Ελλάδα;
Κ.Μ.: Δεν έρχομαι πολύ συχνά, καθώς ήμουν πολύ απασχολημένος με το πρότζεκτ μου στην Αμερική. Οι ΗΠΑ είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και περίπλοκη χώρα και ένα ενδιαφέρον μέρος για εμένα να φωτογραφίζω, ειδικά την περίοδο που δούλευα πάνω στη σειρά «American Color». Η πρώτη ύλη ήταν πολύ πλούσια. Δε νομίζω ότι θα είχα βρει τέτοιο υλικό στην Ελλάδα. Θα έβρισκα περισσότερο υλικό για ασπρόμαυρες φωτογραφίες, για τους ανθρώπους. Δε θα πήγαινα ποτέ ξανά να φωτογραφίσω στα χωριά. Αν επέστρεφα, θα φωτογράφιζα στην Αθήνα. Η Αθήνα είναι τώρα ο καθρέφτης της Ελλάδας, σε αντίθεση με τότε που ήταν τα χωριά. Υπήρχε αθωότητα και αγνότητα, τα πράγματα ήταν απλά. Τώρα με τη μίξη με το εξωτερικό, την Ευρώπη και την Αμερική, τα πράγματα έχουν γίνει πολύ πιο μπερδεμένα. Από πού έρχονται τα λεφτά, πώς έρχονται, πώς χρησιμοποιούνται, πώς είναι κατανεμημένα;

Η έκθεση του Κωνσταντίνου Μάνου American color παρουσιάζεται στο The Athens House of Photography από τις 23/5 έως τις 31/8, ενώ το A Greek portfolio στο Κεντρικό Κτίριο του Μουσείου Μπενάκη από τις 22/5 έως τις 25/8.

Προβολές: 461

Απαντήσεις σε αυτή τη συζήτηση

«Mην τραβήξεις μια φωτογραφία που δείχνει απλά πως μοιάζει κάτι. Με τον τρόπο που θα συνθέσεις τα στοιχεία μιας εικόνας μέσα σε ένα κάδρο, δείξε μας κάτι που δεν έχουμε δει ποτέ πριν, και δεν θα δούμε ποτέ ξανά ». Constantine Manos

Με αφορμή την παρουσίαση της έκθεσης “A Greek Portfolio, 50 χρόνια μετά” είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον σπουδαίο έλληνα φωτογράφο Κωνσταντίνο Μάνο. Ο Κωνσταντίνος Μάνος είναι μέλος του διεθνούς πρακτορείου Magnum Photos. Έργα του φιλοξενούνται στην μόνιμη συλλογή του MOMA, ενώ θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους του 20ου αιώνα.

Το έργο σας “A Greek Portfolio” καλλιτεχνικά θεωρείται ένα πολύ ώριμο έργο, και όμως εσείς το δημιουργήσατε στα 28. Ηλικία μικρή για κάποιον φωτογράφο πόσο μάλλον αυτοδίδακτο. Πώς το καταφέρατε αυτό;

Ήμουν 28 χρονών όταν το δούλευα, αλλά δούλευα από πολύ μικρός. Ήμουν 13 χρονών όταν πρωτοπήγα στην φωτογραφική λέσχη, συνεπώς δεν νομίζω ότι ήμουν πολύ νέος. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να είσαι σε κάποια ηλικία για να τραβήξεις μια καλή φωτογραφία. Υπάρχουν παιδιά 15 χρονών που παίζουν βιολί σε συμφωνικές ορχήστρες, και το βιολί πιστέψτε με είναι πολύ πιο δύσκολο από την φωτογραφική μηχανή. Το θέμα της ηλικίας δεν το καταλαβαίνω, άρχισα μικρός, δούλεψα σκληρά και συστηματικά, δεν είχα κακές επιρροές και έκανα αυτό που μου βγήκε φυσικά. Πριν από το “A Greek Portfolio” είχα κάνει ένα φωτογραφικό λεύκωμα για την Συμφωνική Ορχήστρα. Νομίζω ότι ήμουν αρκετά ώριμος, είχα δουλέψει αρκετά σαν φωτογράφος, είχα μάθει την τέχνη μου, και παρότι ήταν πιο δύσκολο από ότι είναι τώρα δεν πιστεύω ότι έκανα κάτι ξεχωριστό.

Με ποιο τρόπο φωτογραφίζετε τα θέματά σας;

Πάντα προσπαθώ να είμαι πολύ κοντά στο θέμα μου. Χρησιμοποιώ ευρυγώνιο φακό 35mm σε fullframe μηχανή και συνήθως το θέμα μου είναι στα 2-3 μέτρα. Προσπαθώ να μένω απαρατήρητος, να είμαι φυσικό μέρος της σκηνής ώστε οι άνθρωποι εκεί απλά να συνεχίζουν να κάνουν αυτό που έκαναν. Σε καμία λήψη μου οι πρωταγωνιστές δεν κοιτάνε τον φακό. Αν έχω λήψη με άνθρωπο που κοιτάει τον φακό συνήθως την πετάω. Φωτογραφίζω μία στιγμή που δεν πρόκειται να επαναληφθεί ποτέ.

Ποιες ήταν οι επιρροές σας και ποια ήταν η πηγή της έμπνευσή σας;

Είμαι πάρα πολύ επηρεασμένος από τον μεγάλο φωτογράφο Henry Cartier-Bresson. Τον είχα μελετήσει πολύ, τα βιβλία του, τις εικόνες του, είχα διαβάσει για τον τρόπο που δούλευε, έμαθα τι μηχανή χρησιμοποιούσε και τι είδους φιλμ. Θυμάμαι δούλευα για μια περίοδο όπου πουλούσα την μία φωτογραφία 2$ για να μαζέψω χρήματα να αγοράσω μια Leica, ακόμα, τότε στην Αμερική το μόνο φιλμ που έβρισκες ήταν Kodakκαι για να βρω το φιλμ της Ilford που χρησιμοποιούσε ο Cartier-Bresson το είχα παραγγείλει από την Νέα Υόρκη. Ο Cartier-Bresson ήταν η μεγάλη μου επιρροή. Στην ζωή μου εμπνέομαι από την μουσική. Αγαπώ την κλασσική μουσική, παίζω φλάουτο. Μάλιστα έπαιζα και με την συμφωνική ορχήστρα του πανεπιστημίου, αλλά ήμουν πολύ κακός μπροστά στο κοινό, έτσι προτίμησα να γίνω εγώ ο παρατηρητής και όχι το θέαμα.

Το “A Greek Portfolio” παρομοιάζεται συχνά με το έργο του Eugene Smith “To Ισπανικό χωριό”, το γνωρίζετε; Διακρίνετε κοινά σημεία ή διαφορές;

Φυσικά και το γνωρίζω, μάλιστα την είχα δει αυτήν την δουλειά πριν επισκεφτώ την Ελλάδα για το “AGP”. Ο Eugene Smith ήταν ο δεύτερος μεγάλος μου μέντορας, μετά τον Cartier-Bresson, όχι μόνο για την ματιά του στην φωτογραφία αλλά και για τα τυπώματά του, την τεχνική. Ο Eugene Smith ήταν εξαιρετικός τεχνικά, γνώριζε πολύ καλά τα μυστικά του σκοτεινού θαλάμου ενώ ο Cartier-Bresson δεν είχε μπει ποτέ σε σκοτεινό θάλαμο. Φυσικά και έχω επηρεαστεί από την δουλειά του, αλλά θεωρώ ότι η δουλειά μου στο “AGP” είναι πιο φυσική, νατουραλιστική, και λίγο πιο ελαφριά. Ο Eugene Smith έχει ένα ύφος αρκετά πιο βαρύ και σοβαρό. Επίσης η δουλεία μου στο AGPείναι πολύ μεγαλύτερη γιατί γύρισα όλη την Ελλάδα για δύο χρόνια και τράβηξα εκατοντάδες φωτογραφίες , ενώ ο Eugene Smith επικεντρώθηκε σε ένα μόνο χωριό της Ισπανίας και ουσιαστικά έκανε μια δουλειά που έπρεπε να παραδώσει σε ένα περιοδικό, πράγμα που το κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό.

Έχετε ασχοληθεί και με την εμπορική φωτογραφία. Πώς λειτούργησε αυτό, κάνατε ποτέ δουλειές που δεν σας ικανοποίησαν εικαστικά;

Ο κάθε καλλιτέχνης πρέπει με κάποιο τρόπο να βγάλει τα προς το ζην, να επιβιώσει. Έχω κάνει εμπορικές δουλειές με στόχο φυσικά το οικονομικό όφελος. Πάντα όταν έκανα κάποια δουλειά για έναν πελάτη ο στόχος μου ήταν να εξυπηρετήσω τις ανάγκες του. Όταν πληρώνομαι για μία δουλειά σαν επαγγελματίας δίνω πίσω αυτό που εξυπηρετεί τον πελάτη, αυτό που εξυπηρετεί τον στόχο του, της ανάγκες του, το προϊόν του. Έχω κάνει αρκετές δουλειές για περιοδικά, για εταιρίες, διαφημιστικά. Έχω κάνει αρκετά time-lifebooks, έχω φωτογραφίσει την Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις, αλλά έχω κάνει και βιβλία κηπουρικής, μαγειρικής κ.α. Είμαι επαγγελματίας φωτογράφος, αλλά η δουλειά μου στο AGP είναι προσωπική, δεν έχει να κάνει με κανένα προϊόν ή με το να βγάλω χρήματα, είναι κάτι πιο προσωπικό. Παρόλα αυτά δούλεψα εμπορικά σαν επαγγελματίας και το έκανα καλά αυτό.

Μιλώντας για εμπορική φωτογραφία, ζούμε μια νέα εποχή για την φωτογραφία που πέρα από την ψηφιακή φωτογραφία πλέον και τα περιοδικά γίνονται ψηφιακά. Πώς επηρεάζει αυτό τον χώρο;

Πράγματι είναι μια νέα εποχή μπροστά μας και μάλιστα πολύ ενδιαφέρουσα. Πιστεύω ότι με την ψηφιακή φωτογραφία οι δυνατότητες είναι ατελείωτες, μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Μπορείς για παράδειγμα να κάνεις μια φωτογραφία να δείχνει ίδια με μία που τράβηξα με φιλμ πριν από 50 χρόνια. Μπορείς να τυπώσεις μία λήψη με φοβερά λευκά και μαύρα, να βάλεις κόκκο, να κάνεις τα πάντα, αρκεί φυσικά να ξέρεις τι κάνεις και να ξέρεις ακριβώς τι θες. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να έχεις την εμπειρία του σκοτεινού θαλάμου ώστε να γνωρίζεις τις βασικές τεχνικές, να ξέρεις πως αντιδρούν τα χημικά, τα χαρτιά ώστε να μπορείς να τα κάνεις και ψηφιακά. Οι βασικές τεχνικές είναι πολύ σημαντικές. Εγώ μπήκα στον σκοτεινό θάλαμο πολύ μικρός, και έμαθα καλά τα βασικά, πώς να αναδεύω τα χημικά, τις σωστές θερμοκρασίες τους, να χρησιμοποιώ καθαρό νερό κλπ, και έχω ακόμα τυπώματα που είναι 50 χρόνων και είναι σαν να τυπώθηκαν εχθές, δεν έχουν καν κιτρινίσει. Πιστεύω ότι ο κόσμος της ψηφιακής φωτογραφίας είναι φοβερός, εγώ πλέον δουλεύω ψηφιακά, τυπώνω ψηφιακά με inject εκτυπωτή και η ποιότητα του αποτελέσματος είναι εξαιρετική. Δεν πιστεύω ότι μια φωτογραφία υπάρχει αν δεν τυπωθεί σε χαρτί, αν δεν γίνει φυσικό αντικείμενο. Μια ψηφιακή φωτογραφία απλά υπάρχει στον αέρα, είναι κάτι που θα εξαφανιστεί, στο βάθος ενός σκληρού δίσκου, δεν είναι κάτι που θα μείνει σε ένα κουτί για 200 χρόνια.. Η ψηφιακή φωτογραφία δεν είναι κάτι μόνιμο και διαχρονικό όπως η αναλογική που είναι σε χαρτί.

Φωτογραφίσατε τα Ελληνικά χωριά σε μια περίοδο μεγάλης φτώχειας, ανασφάλειας, και πολιτικής αστάθειας. Σήμερα η κατάσταση στην Ελλάδα έχει πολλά κοινά με τότε, εσείς βρίσκεται κοινά σημεία ή διαφορές; Η νοοτροπία των Ελλήνων έχει αλλάξει από τότε;

Αν άνηκα στην εργατική τάξη του σήμερα στην Αθήνα, θα προτιμούσα να είμαι στο χωριό πριν από πενήντα χρόνια. Στο χωριό τότε οι άνθρωποι είχαν φαγητό, σπίτι και ασφάλεια. Μπορεί να μην είχαν ανέσεις αλλά είχαν τις ελιές τους, τα χωράφια, τα ζώα τους. Είχαν άγρια χόρτα! Οι Έλληνες στα χωριά επιβίωσαν έναν παγκόσμιο πόλεμο και έναν εμφύλιο χάρη σε αυτά. Επίσης τότε στα χωριά είχαν κοινωνική ζωή, μεγάλες οικογένειες, γιορτές, τα όργανα, την μουσική τους, έφτιαχναν τα ρούχα τους…Με άλλα λόγια τότε είχαν μια απλή αλλά ευτυχισμένη ζωή. Σε ότι αφορά στο σήμερα, νομίζω ότι οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν λίγο από το χωριό στην ψυχή τους. Νομίζω ότι όπως επιβίωσαν οι άνθρωποι τότε, με περηφάνια, έτσι θα γίνει και τώρα, αρκεί να μην ξεχάσουμε το χωριό που έχουμε μέσα μας. Το «χωριό» είναι βαθιά ριζωμένο μέσα στην κουλτούρα μας, η Αθήνα τον καιρό της επανάστασης είχε περίπου 7.000 κατοίκους, άρα όλοι είμαστε χωριάτες κατά μία έννοια, το έχουμε μέσα μας και αυτό είναι σημαντικό.

Πριν είπατε ότι όταν φωτογραφίζουμε πρέπει να εκμεταλλευόμαστε όλο το κάδρο. Να βάζουμε και να χρησιμοποιούμε στοιχεία σε όλο το κάδρο. Αυτό όμως δεν «φορτώνει» πληροφορία αφαιρώντας από τον λυρισμό μιας εικόνας; 

Μια ποιητική εικόνα είναι γεμάτη με πληροφορία, πιστεύω ότι το ποιο σημαντικό κομμάτι ενός κάδρου είναι όλο το κάδρο. Όταν βλέπεις από το σκόπευτρο της μηχανής νομίζεις ότι το σημαντικό με το θέμα σου είναι στο κέντρο του κάδρου, αλλά όχι, είναι όλο το κάδρο. Έχουμε γεννηθεί με κεντρική όραση και πρέπει να εκπαιδευτούμε στην περιφερειακή όραση ώστε η εικόνα μας να είναι γεμάτη, να ξέρουμε τι γίνεται γύρω από το θέμα μας. Στην Ελλάδα το τοπίο είναι υπέροχο και λειτουργεί από μόνο του σαν πίνακας, ειδικά στην ύπαιθρο. Παρόλα αυτά δεν είναι εύκολο, χρειάζεται πολύ εξάσκηση. Πρέπει να είσαι γρήγορος και να χειρίζεσαι την μηχανή όπως ο βιολιστής κουνάει το βιολί. Είναι θέμα εμπειρίας.
 
Τι πιστεύετε για την Ελληνική σύγχρονη φωτογραφία; Υπάρχουν καλοί φωτογράφοι στην Ελλάδα και πώς ξεχωρίζει ένα καλός φωτογράφος;

Πιστεύω ότι στην Ελλάδα αυτήν την στιγμή υπάρχουν πολλοί και καλοί φωτογράφοι, που στο παρελθόν δεν υπήρχαν. Νέοι επαγγελματίες που είναι σοβαροί, έξυπνοι και δουλεύουν σκληρά. Όταν ήμουν εδώ πριν από πολλά χρόνια κανείς δεν φωτογράφιζε. Τώρα, βέβαια είναι πιο εύκολο, μπορείς να τραβήξεις φωτογραφίες ακόμα και με το κινητό σου… 

Το άλλο σημαντικό είναι ότι με τις ψηφιακές ευκολίες μπορούμε να πλέον να κάνουμε τεράστιες εκτυπώσεις οπότε υπάρχει ανάγκη για επαγγελματίες αφού υπάρχουν και περισσότερες χρήσεις. Πέρα όμως από την εμπορική φωτογραφία υπάρχουν ακόμα άνθρωποι σαν κι εμένα που φωτογραφίζουν κάτι όμορφο, πολύπλοκο και ποιητικό αντί για ένα τοπίο που έχουμε όλοι δει.

Πιστεύω ότι κάθε φωτογράφος πρέπει να φωτογραφίζει πράγματα που αγαπάει και γνωρίζει. Ο καλός φωτογράφος δεν πρέπει να περιμένει να πάει στην Ινδία ή στην Κίνα ώστε να βρει ένα θέμα με ενδιαφέρον. Αν είσαι καλό φωτογράφος μπορείς να βρεις ένα θέμα οπουδήποτε. Τις καλύτερες φωτογραφίες σου μπορείς να τις τραβήξεις στην αυλή του σπιτιού σου.

Δείτε επίσης 

Θλίψη και Photoshop

Ακρωτηριασμένη πραγματικότητα

Για μια κοινωνικά ευαισθητοποιημένη φωτογραφία

Πηγή (ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ)

RSS

© 2017   Created by Giorgos Tsoumpas Photography.   Με την υποστήριξη του

Διακριτικά  |  Αναφορά προβλήματος  |  Όροι χρήσης